SEARCH AND PRESS ENTER
Kostas Klouvatos

Kostas Klouvatos

Greek
1921-2007

Βιογραφία

Ο ναξιώτικης καταγωγής γλύπτης, Κώστας Κλουβάτος, γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν μαθητής του Θανάση Απάρτη (1899-1972) την περίοδο 1942-1954.[1] Παρακολούθησε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής, κεραμικής και ιστορίας της τέχνης, ενώ για ένα μικρό διάστημα φοίτησε στο εργαστήριο του Δημήτριου Μπισκίνη (1891-1947) στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1950 παρακολούθησε μαθήματα και στην περίφημη ελεύθερη Ακαδημία Grande Chaumière του Παρισιού. Το 1956 διδάχτηκε τη χαλκοχυτική στη Φλωρεντία. Ασχολήθηκε, επίσης, με τις γραφικές τέχνες, τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία, τη φιλοτέχνηση μεταλλίων, και τη διδασκαλία (στο ΑΤΙ).[2] Αποτελεί πρωτοπόρο της χαλκοχυτευτικής στη νεότερη Ελλάδα, βασιζόμενος στην αρχαϊκή τεχνική του χαμένου κεριού, και θέτοντας σε λειτουργία το πρώτο καλλιτεχνικό χυτήριο στη χώρα.[3]  Ακόμα, εισήγαγε τη χωροπλαστική, διαμορφώνοντας πλατείες (Πολιτείας, κ.ά.) και χώρους ξενοδοχείων (Hydra Beach, Ξενία Ναυπλίου, κ.ά.), ενώ εργάστηκε και στην Αμερική.[4] Διατήρησε το πρώτο εργαστήριό του στην οδό Κοσμά Μπαλάνου 10 στο Μετς. Συνεργάστηκε στενά με τους γλύπτες Γιώργο Ζογγολόπουλο και Χρήστο Καπράλο, ειδικότερα με τον δεύτερο, στο εργαστήριο του οποίου οργάνωσε το 1956 το πρώτο εγχώριο χυτήριο με τον Νίκο Κερλή, το οποίο μετέφερε το 1957 στην Ηλιούπολη, όπου είχε βοηθό τον Σπύρο Καρκαδούλια. Ήταν ιδρυτικό μέλος των «Φίλων του Μπουζιάνη» (1959), καθώς και της καλλιτεχνικής, πνευματικής κίνησης «Αθμόνιο Θέατρο», μαζί με τον αείμνηστο Γιάννη Τσαρούχη. Το 1961 ανήκει στο στενό πυρήνα των καλλιτεχνών (με τους Γιάννη Χαΐνη, Πάνο Σαραφιανό, Νέστορα Παπανικόπουλο, κ.ά.), που σχηματίζουν την «Ομάδα Τέχνης α’», η οποία είχε ως σκοπό της να φέρει το ευρύτερο κοινό σε επαφή με τα σύγχρονα ρεύματα της τέχνης, οργανώνοντας καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στις λαϊκές συνοικίες και διοργανώνοντας κυριακάτικες συζητήσεις στο πλαίσιο των εκθέσεων αυτών.[5] Σύμφωνα με την Ελένη Βακαλό, η ομάδα αυτή, αν και τερμάτισε τις δράσεις της νωρίς με τη Χούντα των συνταγματαρχών το 1967, αποτέλεσε υπόδειγμα για τις αντίστοιχες κινήσεις που επιχειρήθηκαν.[6] Τέλος, ο Κ. Κλουβάτος έφτιαξε με τους αδερφούς Καρκαδούλια το 1961 το χυτήριο του Χρ. Καπράλου στο Κουκάκι, όπου ο τελευταίος χύτευσε τα έργα με τα οποία εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1962.[7] Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 εγκαθίσταται στο Μαρούσι, πίσω από το κτήμα Δηλαβέρη. Στη δεκαετία του 1970 θα παραμείνει για έξι χρόνια στη Σητεία της Κρήτης, για να επιστρέψει και πάλι στο Μαρούσι. Πέθανε στις 21 Μαΐου του 2007 και κηδεύτηκε στην Ελευσίνα.[8]

Ο Κώστας Κλουβάτος πρωτοπαρουσιάζει έργο του το 1952 στη Δ’ «Πανελλήνιο» έκθεση στο Ζάππειο, το ίδιο έτος που ολοκληρώνει ανάγλυφο πορτραίτο του Θεόφιλου Καΐρη από πορώδες λίθο, το οποίο στήνεται στον περίβολο του Δημοτικού Σχολείου (Παλαιάς Καΐρειου Σχολής) της Άνδρου, καθώς και το πρώτο του μνημειακό γλυπτό σε δημόσιο χώρο (Μνημείο θυμάτων Κατοχής στο Κεφαλόβρυσο Ηπείρου). Το 1954 διακρίνεται με το έργο που παρουσιάζει στην ομαδική έκθεση «Ζωγράφοι και γλύπται» στο Ζάππειο, και στήνεται το Ηρώο Πεσόντων που φιλοτεχνεί για την πρώτη πλατεία Ψυχικού. Το 1956 ολοκληρώνει ένα από τα σπουδαιότερα γλυπτά σε δημόσιο χώρο της περιόδου, το Ηρώο του Μικρασιατικού Ελληνισμού και ταυτόχρονα Μνημείο της Εργασίας, στην τότε πλατεία Αναλήψεως (Πλατεία Δ. Βαρουτίδη) του Βύρωνα. Το έργο ήταν δωρεά του Ελληνοαμερικανού Μιχάλη Λάσκαρη, γιου του Κλήμη Λάσκαρη, πρόσφυγα της Σμύρνης, που εργάστηκε αρχικά ως οικοδόμος και στη συνέχεια ως εργολάβος στην ανέγερση πολλών κατοικιών του συνοικισμού της περιοχής.

«Το μνημείο της εργασίας» στο Βύρωνα, όπως ήταν μέχρι την περίοδο της Χούντας. Φωτογραφία από το βιβλίο του Άγγελου Προκοπίου, «Ιστορία της Τέχνης, τ. Β’».

Ο Άγγελος Προκοπίου θα υπογραμμίσει στην Καθημερινή της εποχής: «Πρώτη φορά που αποκτούμε στην Ελλάδα ένα μνημείο με παραστάσεις, που ξεκολλούν από ένα ανάγλυφο ή από ένα μικρό βάθρο, για να κινηθούν ελεύθερες στον πλατύτερο χώρο με αυτοτέλεια και να σχηματίσουν μια σύνθεσι σε ανάπτυξι και εξέλιξι προς τις τρεις διαστάσεις του υπαίθρου (…) Αποτελεί την πρώτη διαμαρτυρία κατά της γλυπτικής νεκροφιλίας του τόπου μας».[9] Κατά τη διάρκεια της επταετίας το μνημείο καταστρέφεται σε μια νύχτα και τα γλυπτά του εξαφανίζονται, για να ξαναβρεθούν οι τρεις ορειχάλκινοι οικοδόμοι, τρία χρόνια πριν τον θάνατο του δημιουργού τους.[10] Το ίδιο έτος (1956) συμμετέχει στην ελληνική έκθεση Σουηδίας. Το 1957 βραβεύεται με χρυσό μετάλλιο για μπρούτζινο κεφάλι του στην έκθεση της Μόσχα και λαμβάνει τιμητική διάκριση στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο. Το 1959 του απονέμεται το χάλκινο μετάλλιο για μάσκα του στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας. Το 1960 οργανώνει την πρώτη του ατομική έκθεση στην Γκαλερί «Νέες Μορφές» στην Αθήνα, και συμμετέχει στη Στ’ Πανελλήνια. Το 1962 συμμετέχει στην ομαδική έκθεση «Ειρήνη και ζωή» στην Γκαλερί Ζυγός, και το 1964 στην ομαδική «Η μοντέρνα τέχνη στην Ελλάδα» στην Γκαλερί «Νέες Μορφές». Το ίδιο έτος είναι μέλος της κριτικής επιτροπής στη Γ’ Πανελλαδική έκθεση νέων. Το 1965 συμμετέχει στην πρώτη Διεθνή Μπιενάλε Γλυπτικής από τον Ε.Ο.Τ., «Παναθήναια της σύγχρονης γλυπτικής», στο Λόφο των Μουσών (Φιλοπάππου), και οργανώνει τη δεύτερη ατομική του στις «Νέες Μορφές». Το 1966 συμμετέχει στην ομαδική έκθεση «Γ’ μικρό σχήμα» στην γκαλερί «Μέρλιν», και λαμβάνει μέρος στην Α’ Μπιενάλε γλυπτικής στη Φιλοθέη. Το 1967 συμμετέχει στην ομαδική έκθεση της ομάδας τέχνης «α» (Λέσχη Πνευματικής Ενώσεως Νίκαια). Το 1985 οργανώνει αναδρομική έκθεση στο χώρο τέχνης Εύμαρος στην Αθήνα. Το 1995 πρωτοστατεί στη μετατροπή των εγκαταλελειμμένων κτισμάτων των εργοστασίων στην Ελευσίνα σε εικαστικό κέντρο. Το 1997 φιλοτεχνεί το Μνημείο αφανούς διερχόμενου στην Ελευσίνα. Από τις τελευταίες του εκθέσεις γλυπτικής είναι εκείνη στην Αίθουσα «Ζαχαρίου» το 2004. Από τα πολυάριθμα γλυπτά του που έχουν στηθεί στο δημόσιο χώρο, στα γνωστότερα συγκαταλέγονται το Μνημείο Δασκάλου στη Χίο, το Μνημείο στην πλατεία Κοκκιναρά, το Μνημείο για τον σοσιαλιστή-επαναστάτη Σταύρο Καλλέργη στην Πλατεία Εργατικής Πρωτομαγιάς Κάτω Πετραλώνων (1985), ο Ανδριάντας Σπύρου Λούη (Ολυμπιακό Στάδιο), το Μνημείο Ιωαννίδη (Λιθίνες Κρήτης), το Μνημείο στο Πελόπιο της Ολυμπίας, το Μνημείο πεσόντων στις Φιλιάτες Ηπείρου, το ανάγλυφο σε πέτρα σε παιδική χαρά της Φιλοθέης,  το Μνημείο του αγωνιστή Νίκου Πλουμπίδη στο Δαφνί, το Μνημείο των Ποντίων στην Ηλιούπολη, ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Σαράντου Καρούτσου, του αγωνιστή φοιτητή που σκοτώθηκε στον Εμφύλιο, στις Ράχες Ικαρίας, η διαμόρφωση του προαύλιου χώρου του Δημαρχείου Ελευσίνας (1996), η σύνθεση τοιχογραφίας στο ίδιο Δημαρχείο και η φιλοτέχνηση μνημειώδους αγάλματος της Περσεφόνης στο Παλαιό Ελαιουργείο της πόλης (1997), το σιντριβάνι-γλυπτική σύνθεση με θέμα την παραγωγή κρασιού στην πλατεία Μαρκοπούλου, ο ανδριάντας Τσαρούχη στην είσοδο του Δημαρχείου Μαρουσίου, κ.ά. Τελευταίο Μνημείο της Αντίστασης του Κ. Κλουβάτου, που στήθηκε το 2006 στον τόπο της θυσίας, είναι το Μνημείο της Μάχης Πύλης Δερβενοχωρίων. Φιλοτέχνησε, τέλος, τα πορτρέτα των: Γιώργου Μπουζιάνη, Γιάννη Γουδέλη, Κίτσου Μακρή, Αριστείδη Μεθενίτη, κ.ά. Έχει δημιουργήσει επίσης πολλά μετάλλια (Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ζωγράφου 1985, Επιτροπή Διοργανώσεως Αισχυλείων Ελευσίνας 1975 και 1979, Προστασίας της Ακροπόλεως 1977, Αθλητικός Σύλλογος Σπύρος Λούης 1986, κ.ά.). Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, στη Δημοτική Συλλογή Έργων Τέχνης Ελευσίνας, σε πολλές ιδιωτικές συλλογές, κ.α.

Το έργο του Κώστα Κλουβάτου κινείται στα όρια της παραστατικότητας, προτάσσοντας τις πανανθρώπινες αξίες μέσα από μια γλυπτική πρόταση που επικοινωνεί τόσο με τις προκλασικές πηγές της γλυπτικής, όσο και με τη σύγχρονη εξπρεσιονιστική τάση της που εμφανίζεται στον 20ο αιώνα στην Ευρώπη. Από τον Θανάση Απάρτη διδάσκεται τη ρεαλιστική γλυπτική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρωτοποριακό γλυπτό-αφιέρωμα στην εργασία στο Βύρωνα, καθώς και «τις αρετές της μνημειώδους γλυπτικής των Αιγυπτίων», όπως παρατηρεί ο Άγγελος Προκοπίου, δίνοντας, όμως, ακέραιες μορφές που ελεύθερα σχεδιασμένες καθώς είναι μοιάζουν ατελείωτες.[11] Παρουσιάζει εκπληκτικό ταλέντο στο «να συλλαμβάνει το χαρακτήρα ενός χώρου», όπως τονίζει ο Γ. Πετρής, αξιοποιώντας τον μαζί αρχιτεκτονικά και γλυπτικά, δηλαδή πλαστικά, ακολουθώντας το πρότυπο των γλυπτών της αρχαίας Ελλάδας.[12] Δουλεύει με όλα τα υλικά (πέτρα, μάρμαρο, γυαλί, ξύλο, μέταλλο, πηλό), χωρίς να περιορίζεται στη λεπτομέρεια όταν εκείνη δεν υπηρετεί την πλαστικότητα της τέχνης. Όπως καταθέτει ο ίδιος: «το μεγάλο μεράκι μου είναι η πέτρα».[13] Οι πηγές της τέχνης του, όπως υποστηρίζει, περικλείουν ένα ευρύ φάσμα, ώστε κατορθώνει με αυτόν τον τρόπο να αποκτάει και μεγαλύτερη αμεσότητα και εγγύτητα με τον θεατή του έργου του: «νομίζω πως έχει κανείς να καρπωθεί πολλά διδάγματα απ’ τα κυκλαδίτικα γλυπτά, τους Κούρους, την Ολυμπία, τα χαλκά, τη λαϊκή τέχνη, ακόμα και απ’ την ίδια τη φύση που τόσο γόνιμη στέκει αν την αφήσει κανείς να επενεργήσει μέσα του χωρίς να τον υποτάξει».[14] Θα προασπίσει επίσης εξαρχής την πνευματική σημασία του καλλιτεχνικού έργου τονίζοντας: «Αυτό που χρειάζεται είναι η καλλιέργεια. Τα μέσα για την καλλιέργεια υπάρχουν άφθονα και τους τρόπους μπορούμε να τους βρούμε αν σταθούμε με την πρέπουσα κατανόηση μπρος σε τούτη την ανέκκλητη ανάγκη».[15] Σε κάθε περίπτωση θα παραμείνει μακριά από το κύκλωμα των γκαλερί και των εμπόρων της τέχνης, πιστεύοντας πως η πνευματική ανάταση θα έρθει μόνο μέσω από μια ολόπλευρη διαπαιδαγώγηση του λαού και τη σύμπλευση της ζωής με την τέχνη, πιστός ίσως και εδώ στο πρότυπο του αρχαίου Έλληνα τεχνίτη που δημιουργούσε τα αριστουργήματά του μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο και πάντα σε συμφωνία με αυτό: «Πιστεύω πως το φανέρωμα μιας πλήρους άνθισης της Τέχνης στον τόπο μας θα έλθει από τα σπλάχνα του λαού. Κι αυτό, γιατί πιστεύω πως εκεί υπάρχει η πορεία μιας ζωής που γέννησε το όνειρο κι η φαντασία της ψυχής της φυλής μας, απ’ την ανάγκη να βρει την πιο γόνιμη και πιο καλόκαρπη πνευματική λειτουργία που να την φέρει σε ομοφωνία με την πλάση που την περιβάλλει και την υπόστασή της».[16]

[1] Ο Αλέξανδρος Ξύδης θα τονίσει την παράλληλη με την πιο συντηρητικής κατεύθυνσης Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ύπαρξη ιδιωτικών σχολών την περίοδο αυτή, με χαρακτηριστικές τις ανεξάρτητες παρουσίες των Τσαρούχη στη ζωγραφική και Απάρτη στη γλυπτική, καθώς συνέβαλε, όπως σημειώνει (Ιστορία Νεοελληνικής Τέχνης. Α’ Διαμόρφωση – Εξέλιξη, Αθήνα 1976, σ. 231): «σα δύναμη, διαμορφωτική της ελληνικής τέχνης η ιδιωτική, ανεπίσημη διδασκαλία που δαψίλευαν ο Τσαρούχης στους ζωγράφους και ο Απάρτης στους γλύπτες»
[2] Γιάννης Μπόλης, «Τρεις Νάξιοι καλλιτέχνες: Γρηγόριος Ζευγώλης – Κώστας Κλουβάτος – Γιώργος Πολυκράτης», Νάξος. Αρμενίζοντας στο χρόνο, Δήμος Νάξου 2006, σ. 548.
[3] Ηλιάνα Μόρτογλου, «Έργο ωραίο και αληθινό. Σαράντα μέρες συμπληρώθηκαν από το θάνατο του Κώστα Κλουβάτου», Ριζοσπάστης, 24/6/2007, σ. 4.
[4] Βλ. Δ.[ώρα] Μ.[αρκάτου], «Κλουβάτος, Κώστας», Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, τ. 2, επιμ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Αθήνα 2000, σ. 214.
[5] Κώστας Κουλουφάκος, Επιθεώρηση Τέχνης, Ιούνιος 1962, σ. 758.
[6] Ελένη Βακαλό, Αφαίρεση. Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα, Αθήνα 1981, σ. 55.
[7] Βλ. Σπύρος Μοσχονάς, «Κώστας Κλουβάτος», στο Εργαστήριο του γλύπτη, Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2022, MOMUs-Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, Αθήνα, σ. 171.
[8] Ο Κλουβάτος δεν έλαβε ποτέ τιμητική σύνταξη και καμία κρατική βοήθεια, όπως πολλοί μεγάλης προσφοράς καλλιτέχνες που δεν κάλυπταν τις παράλογες προϋποθέσεις που ίσχυαν από τον νόμο (βλ. «Έγκλημα διαρκείας από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ», Ριζοσπαάστης, 24/6/2007, σ. 4).
[9] Άγγελος Προκοπίου, «Τεχνοκριτικά σημειώματα. Το μνημείον της εργασίας», Η Καθημερινή, 18/5/1956, σ. 2.
[10] Η. Μόρτογλου, ό.π.
[11] Άγγελος Προκοπίου, Ιστορία της τέχνης 1750-1950, τ. Β’ Ρομαντισμός – Ρεαλισμός – Εμπρεσιονισμός, Αθήνα 1969, σ. 451-453.
[12] Βλ. Γ. Πετρής, «Τέσσερα γλυπτά του Κώστα Κλουβάτου», Επιθεώρηση Τέχνης, Μάρτιος 1963, σ. 252.
[13] Ο ίδιος, «Μια συζήτηση με τον Κ. Κλουβάτο», Επιθεώρηση Τέχνης, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1959, σ. 207.
[14] Ό.π., σ. 211.
[15] Κώστας Κλουβάτος, στην Επιθεώρηση τέχνης, Μάρτιος 1955, τχ. 3, σ. 223.
[16] Ό.π.

Ανέστης Μελιδώνης
Ιστορικός Τέχνης
Επιστημονικός Συνεργάτης του Ιδρύματος Ελληνική Διασπορά